ὑδρόμελι


ὑδρόμελι
ὑδρό-μελι, τό, Honigwasser, eine Art Met

Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • υδρόμελι — Δροσιστικό ποτό, που παρασκευάζεται από μέλι ανακατεμένο με νερό. Κατά τη βράση του διαλύματος ανακατεύεται και ξαφρίζεται συνεχώς, όταν δε κρυώσει αρωματίζεται με άνθη τίλιου ή δεντρολίβανου και αφήνεται να ζυμωθεί για μεγάλο διάστημα. Το υ.… …   Dictionary of Greek

  • μέθυ — το (Α μέθυ, υος) νεοελλ. 1. κάθε μεθυστικό ποτό 2. συνεκδ. κέφι, χιούμορ αρχ. 1. το κρασί 2. η μπίρα («οὐ πίνοντας ἐκ κριθῶν μέθυ», Αισχύλ.). [ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. μέθυ αντιστοιχεί στο προσηγορικό όνομα της IE *medhu «μέλι, υδρόμελι» και συνδέεται με αρχ …   Dictionary of Greek

  • μέλι — Ρευστή σακχαρώδης ουσία με ιδιαίτερο άρωμα. Προέρχεται από το νέκταρ των ανθέων, το οποίο απορροφούν οι μέλισσες και αποθηκεύουν στον πρόλοβό τους. Το νέκταρ είναι ένας γλυκός χυμός που εκκρίνεται από ειδικούς αδένες των ανθέων και αποτελείται… …   Dictionary of Greek

  • Πολωνία — Κράτος της Κεντρικής Ευρώπης. Συνορεύει στα Δ με τη Γερμανία και την Τσεχία, στα ΒΑ με τη Ρωσία και τη Λιθουανία, στα Α με τη Λευκορωσία και την Ουκρανία στα Ν με τη Σλοβακία, ενώ βρέχεται στα Β από τη Βαλτική θάλασσα.H Πολωνία καταλαμβάνει, στη… …   Dictionary of Greek

  • Hidromiel — (Del lat. hydromeli < gr. hydromeli < hydor, agua + meli, miel.) ► sustantivo masculino Bebida hecha con agua y miel: ■ los pueblos escandinavos atribuían un origen divino al hidromiel. TAMBIÉN hidromel * * * hidromiel (del lat. «hydromĕli» …   Enciclopedia Universal

  • hidromel — (Del lat. hydromeli < gr. hydromeli < hydor, agua + meli, miel.) ► sustantivo masculino Bebida hecha con agua y miel. TAMBIÉN hidromiel * * * hidromel (del lat. «hydromĕli», del gr. «hydrómeli») m. Hidromiel. * * * hidromel o hidromiel.… …   Enciclopedia Universal

  • απόμελι — ἀπόμελι ( ιτος), το (Α) υδρόμελι, φτωχικό ποτό …   Dictionary of Greek

  • κρασί — Ποτό που παράγεται από την ολική ή μερική αλκοολική ζύμωση του μούστου (γλεύκους) των νωπών σταφυλιών. Από χημική άποψη, το κ. είναι ένα μείγμα από 85 90% νερό, 5 14% αιθυλική αλκοόλη (οινόπνευμα) και από άλλες ουσίες, που προσδίδουν τα… …   Dictionary of Greek

  • μέδος — μέδος, ἡ (Α) το υδρόμελι. [ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. συνδέεται με λιθουαν. medus «μέλι», αρχ. σλαβ. medŭ «μέλι» (βλ. λ. μέθυ)] …   Dictionary of Greek

  • μελίκρατος — μελίκρατος, ιων.τ. μελίκρητος, ον (ΑM) αυτός που είναι αναμεμιγμένος με μέλι 2. μτφ. (για πρόσωπα) γλυκός, γλυκομίλητος 3. το ουδ. ως ουσ. τὸ μελίκρατον ποτό που ήταν μίγμα από μέλι και νερό, υδρόμελι αρχ. το ουδ. ως ουσ. υδαρής ύλη που ήταν… …   Dictionary of Greek

  • μελίτειον — και μελίτιον και μελίτιν, τὸ (Α) είδος ποτού που παρασκευαζόταν από νερό και μέλι, υδρόμελι. [ΕΤΥΜΟΛ. < μέλι, ιτος + κατάλ. ειον (πρβλ. σωμάτ ειον)] …   Dictionary of Greek


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.